ΕΙΜΑΙ ΘΕΛΩ

Η πείνα σπρώχνει το λύκο έξω από το δάσος…

9 Οκτωβρίου 2017

Μετά την -αποσυνδεδεμένη από πιθανή εγκυμοσύνη, ίωση ή κρουαζιέρα- ναυτία που νιώθω τους τελευταίους μήνες, ένα νέο -εξίσου βασανιστικό σύμπτωμα/αίσθημα- έχει προστεθεί στη λίστα της κακής διάθεσης μου: ΦΟΒΟΣ.

Η κατάσταση στην Ελλάδα μοιάζει με B movie τρόμου. Ξέρεις, από αυτές που ο ήρωας ανοίγει το ψυγείο να πάρει ένα γιαούρτι κι από μέσα πετάγονται αιμοβόρα πεινασμένα πλάσματα που ζουν ρουφώντας λαίμαργα ανθρώπινο μυελό.

Έτσι νιώθω πλέον κάθε φορά που βλέπω εκπροσώπους της Κυβέρνησης να κάνουν δηλώσεις, ανακοινώσεις, ενημερώσεις. Κάθε φορά που βλέπω πεταμένους έξω από τα γραμματοκιβώτια φακέλους από εφορία, ΔΕΚΟ, τράπεζες με το όνομά μου. Έτσι νιώθω κάθε φορά που με κόπο και αληθινές θυσίες προσπαθώ να παραμείνω συνεπής στις οικονομικές μου υποχρεώσεις.

Κι όμως δεν είναι αυτό που με έχει τσακίσει. Δεν είναι τα περίτεχνα ή άτσαλα -σαν ατζαμή κομμωτή- «haircuts», οι μειώσεις, οι φόροι, η γαμ@αξιολόγηγη, η Τρόικα, το Μνημόνιο, η ανεργία, η οικονομική εξαθλίωση.Με μία διεστραμμένη και πρωτοφανή -για εμάς τους Ελληνάρες- υπομονή μαθαίνουμε να τα αντέχουμε.

Είναι αυτή η σαν μαύρη  τρύπα- αίσθηση πως ζούμε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο- χωρίς έξοδο κινδύνου- όπου κατοικούν όλα τα αρνητικά. Φαντάζομαι κάπως έτσι αισθάνεται και το 99,9% των πολιτών αυτής της χώρας. Ξυπνάμε και κοιμόμαστε παγωμένοι από την αβεβαιότητα κι από το σκοτάδι που κρύβει από τον ορίζοντα το Αύριο.

Κι αυτό τελικά νομίζω πως είναι το μεγαλύτερο κακό που μας έχει κάνει αυτή κρίση. Γιατί και με περσινά ρούχα μπορούμε να κυκλοφορήσουμε και χωρίς μαλλιά κομμωτηρίου και το δρόμο προς τις κατσαρόλες μας να ξαναθυμηθούμε και το ποδήλατο και τις βραδιές με φίλους και σπιτική μακαρονάδα.

Με θυμώνει, όμως , πραγματικά  η  ζωή που συμπιέζεται, υπακούει  πρόθυμα στα νέα δεδομένα και  «ιδεολογικοποιεί» το παράλογο.

Φαίνεται πως πέρα από την τσέπη μας αδυνάτισε και η αντίστασή μας στα πράγματα, η αντοχή μας στις συναισθηματικές δυσκολίες, η ανάγκη μας για νέα ξεκινήματα. Γεμίσαμε φοβίες και ο φόβος είναι η σκιά που κυνηγάει η άγνοια. Του τι μέλλει γενέσθαι… Αν μέσα στη γενική καντήφλα θα καταφέρουμε ως οικογένεια, ως ζευγάρι, ως παρέα, ως γονείς, ως φίλοι, ως συνεργάτες, ως άνθρωποι, τέλος πάντων, να τη βγάλουμε καθαρή.

  Όλο και πιο συχνά πιάνω πλέον  τον εαυτό μου να παραπονιέται. Για τα χρήματα που δεν φτάνουν, για τα πράγματα που θέλω να κάνω ή να αποκτήσω και δεν μπορώ, για τους ανθρώπους που θέλω να δω και δεν προλαβαίνω, για τις εξετάσεις που πρέπει να κάνω και όλο τις αναβάλλω. Θυμώνω πιο συχνά, κουράζομαι πιο εύκολα, απογοητεύομαι  πιο γρήγορα, νομίζω πως ακόμη κι όταν πονάει το κεφάλι μου  ή το δόντι μου, πονάω  πλέον πιο δυνατά.

Αισθάνομαι την ανάγκη να βγω στο ρινγκ της ζωής μου σαν τα κορίτσια των αγώνων μποξ με παγιετέ κορμάκι και πλακάτ  περιμένοντας να ακούσω το καμπανάκι του τελευταίου γύρου. Θέλω να ουρλιάξω: «Ως εδώ. Τελείωσε!». Μετά στρέφω τη ματιά μου στον πόλεμο που επικρατεί εκεί έξω κι αποφασίζω να κάνω ένα κρύο ντουζάκι να μου περάσουν τα νεύρα γιατί δεν μας παίρνει….

Έτσι μοιραία παίρνω βαθιά ανάσα κι αποφασίζω να μεταθέσω το όριο. Η πιο σωστά τα όρια μου. Έτσι  η έκρηξη αναβάλλεται για την επόμενη δεκαετία. Αφού τώρα δεν μας παίρνει….

Όμως, σήμερα το πρωί έζησα κάτι που με χάλασε βαθιά. «Με ράγισε»,  είναι- έστω κι αδόκιμα -η πιο σωστή λέξη.

Πρωί πρωί βρίσκομαι στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου. Ένας κοτσωνάτος  80άρης κύριος με  καλοξυρισμένα κόκκινα μάγουλα, παλαιικό κουστουμάκι και μπορντό γραβάτα ψάχνει για καλαθάκι.  Στην αρχή πήγε να πάρει καρότσι… αλλά κάτι τον έκανε να αλλάξει γνώμη.

«Αν θέλετε ψιλά για το καρότσι μπορώ να σας χαλάσω»….. του πέταξα καθοδηγούμενη από την ευγενική ανατροφή  μου σε κάτι τέτοια…

-«Όχι, σας ευχαριστώ» μου απάντησε κι αφού το σκέφτηκε λίγο τελικά προτίμησε το καλαθάκι.

‘Ενα τέταρτο μετά κι αφού το δικό μου καρότσι είχε γεμίσει από αηδίες  μπισκοτάκια, μουστάρδες με βότανα, κεράκια, αρωματικούς καφέδες- όλα απολύτως μην απαραίτητα- συνάντησα τον ηλικιωμένο κύριο στα ψυγεία.

Έβαζε-έβγαζε ένα κοτόπουλο. Εξέταζε τις τιμές από τα κατεψυγμένα κοτόπουλα. Τα άφηνε. Έπιασε ένα κατεψυγμένο μπουτάκι από αρνί. Το ξανα άφησε…. Εγώ στο χάσιμο αναζητούσα μία συγκεκριμένη σφολιάτα. Δέκα λεπτά μετά είδα τον άντρα να παίρνει μία συσκευασία 700 γραμμαρίων με 4 κατεψυγμένα μπούτια κοτόπουλου και να φεύγει προς το ταμείο. E, και; θα μου πείτε. Μπορεί να είχε ψωνίσει όλα τα άλλα και να ήρθε μόνο για το κοτόπουλο. Μπορεί να είχε κρυώσει το εγγόνι του και να τον έστειλε η γυναίκα του να πάρει υλικά για κοτόσουπα. Μπορεί να κάνει δίαιτα και να πρέπει να τρώει λευκό κρέας.

Σε λίγο. όλα μου τα Μπορεί μου απαντήθηκαν. Και μάλιστα με τον πιο αδυσώπητο τρόπο. Ο καλοστεκούμενος κύριος με τα κατεψυγμένα μπούτια κοτόπουλου βρέθηκε στο διπλανό ταμείο. Στο καλάθι του υπήρχαν και δύο κουτιά γάλα. Του λέει η ταμίας το ποσό.  Ανοίγει το φθαρμένο πορτοφόλι του και βγάζει  κάποια ψιλά. Τα μετράει..

«Μήπως μπορώ να πάρω μόνο δύο μπούτια κοτόπουλο;» ρωτάει την υπάλληλο;

-Δυστυχώς είναι κλειστή συσκευασία.. Όχι δεν γίνεται αυτό..»,  του απαντά τυπικά εκείνη.

«Ωραία, τότε σας πειράζει να αφήσω το κοτόπουλο;», λέει. ευγενέστατα.. με ένα τόνο, όμως, που δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις. Ή για απορίες…

Πλήρωσε, πήρε την απόδειξη κι έβαλε τα δύο γάλατα στην πλαστική σακούλα.

«Καλή εβδομάδα να έχουμε κορίτσια! Εμείς, έχουμε μάθει από την Κατοχή…Υγεία…Μόνο υγεία…» μας ευχήθηκε  και με ένα αληθινά ζεστό χαμόγελο κατευθύνθηκε προς την έξοδο αφήνοντας πίσω του άρωμα πεύκο από φτηνό after shave.

Ένιωσα ναυτία. Όχι για τη βαριά του κολόνια….Αλλά για το γεμάτο αηδίες καρότσι μου, για την «πολυτέλεια» να έχω δουλειά και να μπορώ να γκρινιάζω για αυτήν, για το «προνόμιο» να μου περισσεύουν χρήματα να αγοράζω κεράκια με άρωμα βανίλιας. Ένιωσα φρικτά. Κοινοτοπία; Ρομαντισμός; Λαϊκισμός;

Απλώς  η νέα πραγματικότητα, πολύ φοβάμαι…

 

You Might Also Like

No Comments

Leave a Reply